Υπάρχουν ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές, χωρίς άλλο. Με ειλικρινές ενδιαφέρον να αντιπαλαίψουν την καθυστέρηση, την αναχρονιστική γραφειοκρατία, την ατολμία για μεταρρυθμίσεις. Θέλουν, για το καλό όλων, μια κοινωνική ανοιχτή, αυτοθεσμιζόμενη, με ευέλικτους θεσμούς και συνεχή μεταρρυθμιστική ετοιμότητα για την πρόσληψη του καινούργιου, την προσαρμογή στις νέες συνθήκες, ανάγκες, στοχεύσεις.

Υπάρχουν σίγουρα και «εκσυγχρονιστές» με κίνητρο μόνο την ιδιοτέλεια. Εγνοια τους είναι να φαίνονται «μοδέρνοι», να τρέχουν πίσω από το επικαιρικό που γυαλίζει, να αντλούν σπουδαιοφάνεια από την ενημερότητα και τη μίμηση του πρωτοποριακού, του εφήμερα καινούργιου.

Υπάρχουν και τα δύο είδη εκσυγχρονιστών, σκόρπια σε ολόκληρο (σχεδόν) το φάσμα του ελλαδικού κομματικού κατεστημένου. Και αυτονόητο αίτημα πολλών, φαντάζομαι, Ελλήνων είναι: να μπορούσαν οι ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές, από οποιαδήποτε κόμματα, να συνενωθούν σε ένα καινούργιο σχήμα.

Να συγκροτήσουν αυστηρά μεθοδική πρόταση πολύ συγκεκριμένων θεσμικών μεταρρυθμίσεων και να ζητήσουν την ψήφο του λαού προκειμένου να τολμηθεί (στην πράξη, επιτέλους, όχι στα λόγια) «επανίδρυση του κράτους».

Αν οι ανιδιοτελείς εκσυγχρονιστές συναθροίζονταν σε ένα κόμμα άτεγκτα συνεπές με τις αρχές τους (πρωταρχικά: με εσωκομματική διάρθρωση, οργάνωση, λειτουργία ριζικά διαφορετική από τις υπάρχουσες), το εγχείρημα ενδέχεται να προσλάμβανε δυναμική καταλύτη: να μετέβαλε το πολιτικό τοπίο. Να υποχρέωνε, π.χ., σε αντίστοιχη κομματική συνένωση και τους ανιδιοτελείς συντηρητικούς (αν υπάρχουν), δηλαδή πολιτικούς που θέλουν να αντλούν από την Ιστορία και την πείρα της παράδοσης κριτήρια για ενεργό (όχι παθητική - μιμητική) πρόσληψη του καινούργιου.

Read the rest of this entry »

Δύο φορές, με κυριακάτικες εδώ επιφυλλίδες (στις 24/2 και την 1/6/2008), αποπειράθηκα να προκαλέσω, ευθέως και επωνύμως, τον υπουργό Υγείας κ. Δημήτρη Αβραμόπουλο, για θέμα συγκεκριμένο, αφορμή βασανισμού, δίχως υπερβολή, πολλών πολιτών:Του ζητούσα να πιστοποιήσει ο ίδιος τον βασανισμό με επίσκεψη αιφνιδιαστική στο κολαστήριο που λέγεται «Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων του Δημοσίου» (ΟΠΑΔ) – στα κεντρικά της Θεσσαλονίκης, οδός Σαπφούς 3, ή στην Καλλιθέα, Θησέως 275 και ειδικά στο γραφείο 7 του τέταρτου ορόφου. Νομίζω ότι δικαιολογούσα με χαρακτηριστικές επισημάνσεις τις λέξεις «βασανισμός» και «κολαστήριο»: περιέγραφα εξουθενωτικό εξευτελισμό ανθρώπων, «ασφαλισμένων» Ελλήνων πολιτών. Ο κύριος υπουργός δεν απάντησε στην πρόκληση, προτίμησε, για άλλη μια φορά, να δικαιώσει το δηκτικό προσωνύμιο του «ανύπαρκτου». Ούτε η συμπεριφορά της υπαλληλίας άλλαξε στο παραμικρό.

Το ίδιο συνέβη και με τον υπουργό Δημόσιας Διοίκησης, καθηγητή κ. Προκόπη Παυλόπουλο. Τον παρεκάλεσα με επιφυλλίδα (την 1/6/200 8) να αντιδράσει στον εξωφρενικό παραλογισμό της «Υπεύθυνης Δήλωσης άρθρ. 8, παρ. 4, του Νόμου 1599/1986», που πρέπει να υπογράψουν δύο μάρτυρες, όταν κάποιος αποβιώσει, για να βεβαιώσουν ποιοι είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς του θανόντος – δεν αποτελεί εγγύηση ούτε η αστυνομική ταυτότητα ούτε το αντίγραφο του δημοτολογίου. Και ο κ. Παυλόπουλος, συναρπαστικός – σήμερα ρήτορας της Βουλής των Ελλήνων, δεν βρήκε δύο λέξεις να απαντήσει για τον διαιωνιζόμενο παραλογισμό.

Από την ασήμαντη περίπτωση της επιφυλλιδογραφίας μου συνάγω ένα, γενικοτέρου ίσως ενδιαφέροντος, ερώτημα: Ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα σήμερα, από στήλες εφημερίδων ή από την οθόνη τηλεοπτικών καναλιών, μοιάζει φανερά και οριστικά ατελέσφορος – γιατί άραγε; Θα ήταν γόνιμο να ψάξουμε τις αιτίες, πιθανολογώντας ερείσματα της πιστοποίησης, έστω και μη διαθέτοντας αποδεικτικό (στατιστικών καταμετρήσεων) υλικό.

Read the rest of this entry »

Εγραψε ο Αντώνης Καρκαγιάννης στην «Καθημερινή» της 6ης Ιουνίου: «Το μαχαίρι έφτασε πραγματικά στο κόκαλο, είναι καιρός να αφήσουμε κατά μέρος την προσχηματική γλώσσα… Τα πανεπιστήμια τελούν υπό το κράτος της βίας και της τρομοκρατίας… που ως μορφή πολιτικής δραστηριότητας λέγεται φασισμός… Δεν χωρούν μισόλογα. Ή με τον φασισμό είσαι ή εναντίον του. Οσα κόμματα αποδέχονται ή υποκινούν τον φασισμό που ασκείται στα πανεπιστήμια, σημαίνει ότι και τα ίδια δεν έχουν επιλέξει, οριστικά και αμετάκλητα, δημοκρατικές μεθόδους δράσης».

Η λογική αυτού του εύτολμου λόγου οδηγεί σε πολύ συγκεκριμένες συνέπειες απαιτητές κατά πάντων: Να καταγγέλλονται με το όνομά τους τα κόμματα που «υπονομεύουν το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα», «κηρύσσουν ανυπακοή σε νόμους ψηφισμένους από τη Βουλή» – η επώνυμη καταγγελία είναι χρέος υπεράσπισης της δημοκρατίας, προστασίας των πολιτικών ελευθεριών.

Read the rest of this entry »

H λέξη «ιερό» δεν παραπέμπει αποκλειστικά σε θρησκευτικές προσλαμβάνουσες. Δήλωνε πάντα και ό,τι προκαλεί κοινό αίσθημα δέους, το σέβας όλων ή των πολλών. Ο τόπος ή τα σημάδια ενός με πανανθρώπινη σημασία κατορθώματος στο πεδίο των σχέσεων κοινωνίας, των πρωτοπόρων γνωστικών κατακτήσεων, της αποκαλυπτικής τέχνης, της θυσιαστικής ανιδιοτέλειας ήταν πάντοτε κάτι το «ιερό». Λειτουργεί το ιερό σαν μέτρο ή κριτήριο εντοπισμού μιας πραγματικότητας που τη νιώθουμε να μας υπερβαίνει, να ξεπερνάει την τύρβη της χρησιμοθηρίας και ιδιοτέλειας, να μην υποτάσσεται ούτε και στη γλωσσική αντικειμενοποίηση. Γι’ αυτό λειτούργησε η κοινή «αίσθηση του ιερού» και σαν άξονας αναφοράς της ευθύνης των ανθρώπων, μέτρο για να κρίνονται και να αξιολογούνται οι πράξεις, οι ποιοτικές ιεραρχήσεις.

Δύσκολο να οριστεί με έννοιες η «αίσθηση του ιερού» και ακόμη δυσκολότερο να καταστεί κοινό κτήμα. Χρειάζεται μακρά διαδοχή γενεών, ίσως για αιώνες πολλούς, προκειμένου να φτάσει να λειτουργεί σε μια κοινωνία η «αίσθηση του ιερού». Και αρκούν ελάχιστα χρόνια για να χαθεί αυτή η «αίσθηση». Από την αρχαία κιόλας εποχή και για αναρίθμητους ανθρώπους σε κάθε γωνιά του πλανήτη, η Αττική ήταν τοπίο ιερό: Εδώ γεννήθηκε το άθλημα της «πόλεως» και η «πολιτική» κοινωνία, άνθησε η κριτική σκέψη και η τέχνη η αποκαλυπτική του «αληθούς». Το φως, η βλάστηση, το χώμα και η θάλασσα δέθηκαν οργανικά με τα αρχαία χτίσματα και αγάλματα, με τους περιώνυμους τόπους των συλλογικών κατορθωμάτων –υπέβαλαν πανανθρώπινη την αίσθηση της ιερότητας. Άρκεσε μία και μόνη γενιά Νεοελλήνων με χαμένη την αίσθηση του ιερού (η γενιά της «ανοικοδόμησης» μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο) και η Αττική δεν υπάρχει πια ούτε σαν ιστορικό τοπίο ούτε σαν βιώσιμο φυσικό περιβάλλον.

Read the rest of this entry »

Ο,τι ονομάζουμε «κράτος» στην καθημερινή μας γλώσσα, είναι η θελημένη από εμάς τους ίδιους οργάνωση της συλλογικής μας συμβίωσης. Είναι προϋπόθεση της συμβίωσης: Δίχως τις δομές, τους θεσμούς, τους όρους λειτουργίας του κράτους η συλλογικότητα γίνεται αρένα βίας και σύγκρουσης τυφλών ορμεμφύτων - ζούγκλα.

Αυτή την απλούστατη, αυτονόητη, κεφαλαιώδη αλήθεια τη χάνουμε σε περιπτώσιες ή περιόδους παρακμής, όταν δηλαδή μειώνεται δραματικά η κατά κεφαλήν καλλιέργεια, το άθλημα ελευθερίας από τον πρωτογονισμό του εγωκεντρισμού. ΄Η σε περιπτώσεις που οι δομές, οι θεσμοί, οι όροι λειτουργίας του κράτους δεν έχουν προκύψει από τις αυτόχθονες συλλογικές ανάγκες, αλλά επιβλήθηκαν από ξένους κάποτε επικυρίαρχους. ΄Η εθελουσίως αντιγράφηκαν με άκριτη μίμηση ξένων προτύπων.

Στο νεωτερικό ελλαδικό κράτος όλοι οι παραπάνω λόγοι συγκλίνουν, συμπίπτουν και δημιουργούν ρήξη και αντιπαλότητα ανάμεσα στην κοινωνία και στο κράτος: Η παρακμή είναι ολοφάνερη, η κατά κεφαλήν καλλιέργεια απελπιστική, τα σχήματα κρατικής οργάνωσης δάνεια. Το ελλαδικό κράτος το οργάνωσε η Βαυαροκρατία (και ήταν μάλλον η σωτήρια τότε λύση, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια). Κυρίαρχη ιδεολογία, από την πρώτη στιγμή ώς σήμερα, ο μεταπρατισμός, ο πιθηκισμός των «φώτων» της Εσπερίας, η ξυπασιά του Κοραή. Η οργάνωση του κράτους μιμητική, ριζικά άσχετη με τοπικές ιδιαιτερότητες, επιχώριους ιστορικούς εθισμούς, ντόπιες ανάγκες.

Οι ίδιοι άνθρωποι συγκροτούμε και την κοινωνία και το κράτος. Και όμως πάσχουμε από ένα είδος σχιζοφρένειας, νιώθουμε το κράτος ξένο, αντίπαλο, άμεση απειλή. Ακόμα και ο δημόσιος υπάλληλος, μπροστά στο γραφείο άλλου δημοσίου υπαλλήλου διαφορετικής υπηρεσίας, αισθάνεται απειλούμενος, φοβάται. Δεν το ζει για δικό του το κράτος ο Ελλαδίτης, υπηρέτη των αναγκών του, να συντρέχει στην αδυναμία του. Το νιώθει επίβουλο, δόλιο, γι’ αυτό και προσπαθεί, όσο μπορεί, να κρυφτεί από το κράτος, να το ξεγελάσει, να το κλέψει. Είναι σίγουρος κάθε Ελλαδίτης ότι το κράτος του οφείλει περισσότερα από όσα ο ίδιος στο κράτος. Γι’ αυτό και το κλέβει, όταν μπορεί, δίχως τύψεις.

Read the rest of this entry »

Οι εκδόσεις Ιανός ανακοίνωσαν την έκδοση του δεύτερου βιβλίου του Χρήστου Γιανναρά με τις επιφυλλίδες του δημοσιευμένες στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ από τις αρχές Ιανουαρίου 2007 έως το τέλος του Δεκεμβρίου του ίδιου έτους. Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, της Βόννης και της Σορβόννης (Παρίσι). Δίδαξε Φιλοσοφία, Πολιτιστική Διπλωματία και Συγκριτική Οντολογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Ελβετίας, της Ελλάδας. Επιφυλλιδογραφεί σε εφημερίδες παρεμβαίνοντας στην πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση ο συγγραφέας έχοντας για προμετωπίδα ένα απόσπασμα από ποίημα του Κ.Π.Καβάφη ξεκινάει παρουσιάζοντας χωρίς ψεύδη και υποκρισίες την ελληνική πραγματικότητα. Ο λόγος του καθαρός και δυνατός, δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης, αντίθετα προκαλεί σοβαρό διάλογο και σκέψεις παράλληλες στον αναγνώστη των κειμένων του, που υπάρχουν στο βιβλίο αυτό.

Το βιβλίο είναι χωρισμένο στα κεφάλαια: Θελημένη κοινωνική αποδόμηση, Πότε καταρρέει ένα πολιτικό σύστημα, Πώς δεν «επανιδρύεται» το κράτος, Το σκάνδαλο μιας αντικοινωνικής «Αριστεράς», Γιατί ανήκεστη η βλάβη της πατρίδας, Πρόβλημα πολιτικό οι εμπρησμοί, Πολιτική αποδόμηση της ιστορικής συνείδησης, Ελληνοτουρκικά: μια άλλη εκδοχή και Για την ψηλάφηση του νοήματος και κλείνει με πέντε συνεντεύξεις που έχει δώσει ο Χρήστος Γιανναράς σε εφημερίδες. Επίσης διαθέτει αλφαβητικό ευρετήριο με βασικούς όρους των επιφυλλίδων του από το Α έως το Ω.

Ανθρωπος αφοσιωμένος στην τέχνη και τον πολιτισμό ήταν η Τατιάνα Γιανναρά, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή στις 9 Μαΐου. Οσοι τη γνώρισαν μιλούν για μια ευγενική ψυχή και αθόρυβη εργάτρια, με μεγάλες αγάπες τον χορό (στα νεανικά χρόνια της) και τη λαογραφία, στην οποία προσηλώθηκε για πολλά χρόνια φέροντας εις πέρας σημαντικές έρευνες.

Η Τατιάνα Γιανναρά -το γένος Ιωάννου,σύζυγος του καθηγητή Χρήστου Γιανναρά- συνέχισε το έργο της μεγάλης λαογράφου Αγγελικής Χατζημιχάλη. Επί πέντε χρόνια υπήρξε μαθήτρια και βοηθός της και όργωσε την ελληνική ύπαιθρο συλλέγοντας λαογραφικό υλικό για ό,τι αφορούσε τη φορεσιά, το κέντημα και τις κλώστινες συνθέσεις. Η αγάπη της για την έρευνα την ξαναέφερε στο Παρίσι (όπου πολύ νεαρή είχε σπουδάσει χορό και χορογραφία, μαθήτρια του Μπεζάρ και του Μαρσώ) για να πάρει πτυχίο στην Εθνολογία. Συγκέντρωσε, συμπλήρωσε, επεξεργάστηκε και ανέλαβε την επιστημονική και εκδοτική ευθύνη για τους δύο τόμους, από τα κατάλοιπα της Αγγελικής Χατζημιχάλη, «Ελληνική Λαϊκή Φορεσιά» (εκδ. Μέλισσα). Δικά της βιβλία είναι επίσης οι δύο τόμοι «Ελληνικές Κλώστινες Συνθέσεις (Δαντέλες)» (εκδ. Μέλισσα), «Ελληνική Κεντητική 17ος - 19ος αι. - από τις συλλογές του Μουσείου Victoria & Albert», «Ο Κρητικός Ποδόγυρος», «Το Κρητικό Κέντημα». Ηταν η πρώτη που μελέτησε τη γυναικεία φορεσία στην Ελυμπο Καρπάθου. Τελευταία εργώδης δουλειά ήταν η επανέκδοση του υλικού και των κειμένων της Αγγελικής Χατζημιχάλη για τον πρώτο τόμο των «Σαρακατσάνων».

Οταν άνοιξαν τα σύνορα με την Αλβανία, με επανειλημμένα ταξίδια τον Νότο, οργάνωσε τις Ελληνίδες των χωριών σε μια συντονισμένη παραγωγή παραδοσιακών κεντημάτων προκειμένου να βοηθηθούν οικονομικά, ώστε να παραμείνουν στον τόπο τους. Σε αυτή την προσπάθεια έδωσε το όνομα «Παλάσσα». Υπήρξε συνεργάτης του Μουσείου Μπενάκη επί 11 χρόνια.

Χάρη στην Τατιάνα Γιανναρά οργανώθηκε στο Μουσείο Victoria & Albert του Λονδίνου η περίφημη έκθεση για τα ελληνικά κεντήματα, την οποία έστησε με προσωπική εργασία και μόχθο. Η Τατιάνα Γιανναρά άφησε ένα σημαντικό έργο, το οποίο πρέπει να συνεχιστεί.

 
 Ο Θεός να την αναπαύσει και να παρηγορεί τους δικούς της.
 

Δυο ταινίες κινηματογραφικές με δυο αντιθετικά διαφορετικές εικόνες του Ελληνισμού από την πρόσφατη ιστορία του: Τις πρόσφερε η μικρή οθόνη στις μέρες των διακοπών του Πάσχα και της Πρωτομαγιάς.

Η πρώτη, γνωστή εμπορική επιτυχία του Τζόελ Ζούικ, με θαυμάσιο στήσιμο χαρακτήρων, ο «Γάμος αλά ελληνικά». Η δεύτερη της Μαρίας Ηλιού, μια εξαιρετικής ευαισθησίας και άψογης κινηματογραφικής γλώσσας ταινία η «Αλεξάνδρεια».

Δύο συμπεριληπτικές εικόνες δύο τελείως διαφορετικών κόσμων: Ο κόσμος του απόδημου στην Αμερική Ελληνισμού και ο κάποτε κόσμος του Αιγυπτιώτη Ελληνισμού. Ο πρώτος, τυπικό έκγονο του σύγχρονου ελλαδικού έθνους - κράτους, ο δεύτερος ένα από τα τελευταία δείγματα της εκτός κρατικών ορίων κοσμοπολίτικης ελληνικότητας. Οι διαφορές αντιθετικές, τα ερωτήματα που γεννάνε, καίρια. Ισως θα μπορούσαν να συνοψιστούν οι διαφορές σαν αποκλίνουσες απαντήσεις σε ένα ερώτημα: Πώς καταλάβαινε και πώς βίωνε ο κοσμοπολίτης αιγυπτιώτης και πώς ο ξενιτεμένος στην Αμερική ελλαδίτης τον εκσυγχρονισμό του Ελληνα, την αναπόφευκτη πρόσληψη του κυρίαρχου δυτικού «παραδείγματος».

Ασφαλώς και υπάρχουν στοιχεία κοινά και στις δύο περιπτώσεις – αναδείχνονται έμμεσα αλλά εμφατικά στις ταινίες: Είναι κυρίως η οικονομική επιτυχία του Ελληνα στις νεωτερικές (δυτικών προδιαγραφών) συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού, η ακαταγώνιστη δημιουργικότητά του. Μαζί και η ζωτική ανάγκη του να παρακολουθεί την εποχή του, να προσαρμόζεται στις απαιτήσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος, να οικειοποιείται τις συντελούμενες γύρω του αλλαγές, την πρόοδο.

Read the rest of this entry »

Αν αντέχουμε να δούμε την πραγματικότητα κατά πρόσωπο –να μην χρυσώνουμε για μας τους ίδιους το χάπι– θα παραδεχθούμε ότι το σκοπιανό «πρόβλημα» τέλειωσε με κατά κράτος ήττα του ελλαδικού μας κουκλοθέατρου: Τα Σκόπια «κλείδωσαν» το όνομα «Μακεδονία» (πέτυχαν να το εξασφαλίσουν οριστικά) με τη σύμφωνη γνώμη των «κομμάτων εξουσίας» στην Ελλάδα. Παζαρεύουν τώρα, τάχα με περισσή δυσαρέσκεια, έναν διακοσμητικό της ελληνικής πανωλεθρίας επιθετικό προσδιορισμό.

Οι ελλαδικές συντεχνίες εξουσίας επιδιώκουν, υποτίθεται, να είναι γεωγραφικός αυτός ο επιθετικός προσδιορισμός. Μοιάζει να μας λογαριάζουν τους πολίτες διανοητικά καθυστερημένους, ανίκανους να αντιληφθούμε ότι η προσθήκη γεωγραφικού προσδιορισμού, όταν παραμένει άθικτη στο Σύνταγμα των γειτόνων η εθνοφυλετική μονοπώληση της ονομασίας «Μακεδονία» (και ο συνακόλουθος αλυτρωτισμός), δεν μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από στάχτη στα μάτια.

Αλλά οι υψαύχενες Σλάβοι των Σκοπίων αρνούνται και τον γεωγραφικό προσδιορισμό. Διαπραγματεύονται από θέσεως ισχύος: Εχουν οριστικά κατακτήσει το μείζον, το όνομα «Μακεδονία» και η διπλωματική τους περηφάνια, απόλυτα δικαιολογημένη, ενοχλείται να παραχωρήσει παρηγορητικό κουτόχορτο στους ψηφοφόρους της ελλαδικής κυρίας τής υπουργούσης («κρίμασιν οις πάντες οίδασι») τα διεθνή. Εσπευσε να βεβαιώσει τους ψηφοφόρους της η κυρία υπουργός ότι και ο προσδιορισμός «Νέα» Μακεδονία γεωγραφικός είναι, ας μοιάζει χρονικός - ιστορικός. Οι δε προσωπικοί της εγκάθετοι στα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια αναμηρυκάζουν τη διαβεβαίωση σαν σταθερή επωδό: «Τι Ανω, τι Νέα Μακεδονία, το ίδιο είναι»!

Read the rest of this entry »

Η εύκολη λοιδορία που αντιτάσσεται στη μεταφυσική είναι για τον τάχα ανορθόλογο χαρακτήρα της. Οι λοιδορούντες ταυτίζουν τη μεταφυσική με την παραίτηση από τη λογική σκέψη, τη μεθοδική ορθότητα, την κριτική λειτουργία του νου. Λογαριάζουν σαν προϋπόθεση της μεταφυσικής τα δόγματα, τις αξιωματικές αρχές, τις a priori παραδοχές.

Ξεχνάνε ότι η αριστοτελική, λ.χ., μεταφυσική (η συλλογιστική αναγωγή στην αναγκαιότητα ενός ακίνητου Πρώτου Κινούντος) είναι υπόδειγμα ορθολογικής, κριτικής μεθοδικότητας, δίχως ίχνος δογματισμών ή αξιωματικών απριορισμών. Μάλλον κάτι άλλο φαντάζονται σαν «ορθολογισμό», τον συγχέουν με την ενορμητική απαίτησή τους για βεβαιότητες που τις προσπορίζουν οι αισθήσεις. Οσοι λοιδορούν τη μεταφυσική σαν «ανορθόλογη», λησμονούν ότι προτάσεις απρόσιτες στην αισθητηριακή πιστοποίηση διατυπώνονται συχνότατα και ως επιστημονικές αποφάνσεις που αφορούν στην πραγματικότητα των ελάχιστων ή των μέγιστων διαστάσεων – τέτοιες προτάσεις δεν είναι αποκλειστικότητα της μεταφυσικής.

Να θυμίσω τα κοινότοπα της εκλαΐκευσης: Την «καμπυλότητα του χωρόχρονου», που ήταν άπειρη τη στιγμή της Μεγάλης Εκρηξης (Big Bang) και γίνεται άπειρη στο κέντρο των «μαύρων οπών» (Black Holes). Τις στοιχειώδεις μονάδες ύλης - ενέργειας που τις εντοπίζουμε και ως σωματίδια (όταν αναζητάμε τη θέση) αλλά και ως κύμα (όταν αναζητάμε την ταχύτητα) – (wave-particle duality). Στοιχειώδεις ποσότητες (quanta) ενέργειας που «δεν υπάρχουν» στον χώρο αλλά «δημιουργούν» χώρο. Τα «δυνάμει σωματίδια» (virtual particles) που δεν μπορούν να ανιχνευτούν άμεσα, αλλά η ύπαρξή τους έχει μετρήσιμες επιπτώσεις σε άλλα σωματίδια. Τα σωματίδια που κινούνται «προς τα πίσω» στον χρόνο και αυτή η «μαθηματική κίνηση» βρίσκει πειραματική επαλήθευση ως εντοπισμός αντισωματιδίου. Σωματίδια που ενώ βρίσκονται σε μεγάλες μεταξύ τους αποστάσεις, αποτελούν ενιαία ενική πραγματικότητα «ατοπικής ολιστικής διασύνδεσης». Κ.λπ., κ.λπ.

Read the rest of this entry »